1.6.16

Emotions/thoughts: Η δική μου Κέρκυρα


Όλα τα καλοκαίρια των παιδικών μου χρόνων. Φυλακισμένα μοναδικά όμορφα σε ένα νησί. Το δικό μου νησί. Θυμάμαι να φτάνουμε συνήθως κάποιο μεσημέρι του Ιούνη, του κάθε Ιούνη, με το που έκλειναν τα σχολεία. Αυτό γινόταν από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου παιδί μέχρι που μπήκα στο Πανεπιστήμιο, οπότε έκτοτε οι επισκέψεις μου στο νησί δε γινόταν πια σε ετήσια βάση, αλλά ανά 3 με 4 χρόνια. Μέχρι το 2012 που βαφτίσαμε τη Δάειρα στον Άγιο, οπότε και επέστρεψα στην παλιά μου αγαπημένη συνήθεια. Να πηγαίνω δηλαδή μια φορά το χρόνο.

Τότε λοιπόν, παλιά, πολύ παλιά, θυμάμαι τα ξαδέρφια μου να πετάγονται από τη μεσημεριανή τους σιέστα για να μας υποδεχτούν με το φανελάκι και το σώβρακο, αλαλάζοντας από χαρά και να σηκώνουν τη γειτονιά στο πόδι. Και όταν φεύγαμε, 3 μήνες μετά, αν και χορτασμένη από καλοκαίρι, αν και ανυπόμονη για τη νέα σχολική χρονιά, θυμάμαι να φεύγω με κλάματα πολλά. Μπορεί να μη θυμάμαι καλά, μα αυτό θυμάμαι. Και για τη διάρκεια της παραμονής μας ένα ολόκληρο καλοκαίρι, κάθε καλοκαίρι της μη ενήλικης ζωής μου, θυμάμαι ακόμη περισσότερα....

Να στοιβαζόμαστε όλα τα ξαδέρφια μαζί με τις γιαγιάδες και τις θείες πάνω στο γαλάζιο αγροτικό του θείου του Ανδρέα ή στην καρότσα του τρακτέρ του μπάρμπα του Γιωργάκη και να πηγαίνουμε όλοι μαζί για μπάνιο στη θάλασσα. Χωρίς αντηλιακό, χωρίς καπέλο, μόνο με μαγιό και σαγιονάρες. Όλοι μαζί, 15+ νοματαίοι πάνω σε μία καρότσα. Τους γονείς μου δεν τους θυμάμαι σε αυτό το σκηνικό. Μάλλον θα ακολουθούσαν με το Kadett. Ή ίσως κάποιες φορές να μην ερχόταν και καθόλου για μπάνιο. Και όταν φτάναμε εκεί, στην παραλία με το εκκλησάκι του Άη Γόρδη στο χείλος του γκρεμού, να παίρνουμε τις σαγιονάρες στα χέρια και ξυπόλυτα να τρέχουμε στην αμμουδιά, να μας καίει η καυτή άμμος τις πατούσες και να τρέχουμε να σβήσουμε την κάψα στην ακρογιαλιά. Και κάθε μέρα η ίδια ιστορία. Να το παίζουμε αναστενάρηδες, οι πατούσες μας να καίγονται και μυαλό να μη βάζουμε.

Να μου φουσκώνει ο μπαμπάς το κίτρινο σωσίβιο ψαράκι που είχα τότε και την ώρα που κολυμπούσα να έρχεται ο ξάδερφος ο Ναπολέων να ανοίγει τη βαλβίδα για να το ξεφουσκώσει για να με πνίξει. Και να προσπαθεί να με πνίξει βουτώντας με κάτω από το νερό, μα τελικά να παλεύω μαζί του και να επιζώ μετά από τις δικές μου προσπάθειες επιβίωσης, αλλά και την παρέμβαση του μπαμπά μου. Κάθε μα κάθε φορά αυτό γινόταν. Σίγουρα δε γινόταν κάθε φορά και σίγουρα δε θα ήταν τόσο τραγικό το σκηνικό, μα εγώ αυτό θυμάμαι. Αυτό ίσως θέλει το μυαλό μου να θυμάμαι. Και να φοβάμαι να βουτήξω στη θάλασσα όσο ο Ναπολέων βρισκόταν εκεί τριγύρω. Δεν ξέρω αν κατά βάθος ήθελε να με πνίξει ή απλά με τρόμαζε αγνοώντας την επικινδυνότητα αυτού του εγχειρήματος.

Και να κολυμπάμε μέχρι του Κότσυφα την Ξέρα, έτσι λέγαμε το βραχάκι που ξεπρόβαλε μέσα από τη θάλασσα στα περίπου δεκαπέντε μέτρα από την ακτή. Και να ανεβαίνουμε εκεί για βουτιές. Για τρελές βουτιές. Και να κρατάμε την αναπνοή μας μέχρι να πιάσουμε πάτο. Και όταν βγαίναμε κολυμπώντας στην ακτή, να θαβόμαστε μέσα στην καυτή άμμο για να ζεσταθούμε. Μα όταν ήμουν λίγο πιο μικρή, θυμάμαι τον μπαμπά μου να με περιμένει με ορθάνοιχτη πετσέτα για να με τυλίξει να μη κρυώσω. Υπερπροστατευτικός από τότε. Τα αδέρφια μου δεν τα θυμάμαι στο όλο σκηνικό. Ίσως να μην είχαν γεννηθεί ακόμη τότε. Και οι γιαγιάδες μαζί με τις θείες να πηγαίνουν στις βάρκες, ένα μικρό απάνεμο κολπίσκο λίγο πιο πέρα με λίγες αραγμένες ψαρόβαρκες, για να χώσουν τα πόδια τους στο ρηχό νερό που είχε ζεστάνει ο καυτός ήλιος του καλοκαιριού. Ήταν καλό για τα ρευματικά τους. Έτσι μας έλεγαν ότι τους είχε πει ο γιατρός να κάνουν. Αυτό θυμάμαι.

Θυμάμαι να μου έχει πάρει ο μπαμπάς μου ένα καινούριο φρίσμπι και ο θείος μου ο Ανδρέας να μου έχει βάλει μέσα κάτι αχινούς που έβγαλε από τη θάλασσα και θυμάμαι έκανα τότε τον κακό χαμό που ο θείος μού λέρωσε το φρίσμπι με τους αχινούς και από τα νεύρα του και τη γκρίνια μου, το πέταξε στον αέρα πέρα μακριά (μαζί με τους αχινούς), μετατρέποντας τη γκρίνια μου σε κλάμα. Και εγώ να ψάχνω το φρίσμπι μου με το δάκρυ κορόμηλο. Και μετά να μαζεύω πεταλίδες με τον Ναπολέων, τις οποίες πεταλίδες έτρωγε ωμές η γιαγιά μου η Ασπασία. Όπως έτρωγε και τους αχινούς. Και εγώ να αισθάνομαι αηδία μόνο στη μυρωδιά και την υφή αυτών των μαλακίων και απορούσα πώς τα κατάπινε η γιαγιά ως λιχουδιές. Μόνο τους κολιτσιάνους έτρωγα. Τηγανητούς με μπόλικο λεμόνι.

Θυμάμαι κάθε βράδυ να κοιμάμαι μαζί με τη γιαγιά μου στο διπλό της κρεβάτι (τον παππού αμυδρά τον θυμάμαι - ήμουν πολύ μικρή όταν πέθανε) και κάθε, μα κάθε, πρωί στις 6+ να σηκώνεται για να πάει στα ζα της. Έτσι έλεγε το γαϊδαρο και τις κότες της. Και μετά τα ζωντανά, πήγαινε στο μποστάνι με τα χυμονικά της και τα πεπονέλια. Πριν βγει ο ήλιος. Και εκεί στο μποστάνι υπήρχε στην άκρη μία πηγή που ανάβλυζε από μία κουφάλα και με τον τσίγκινο κουβά έβγαζε νερό για να ποτήσει τα κηπευτικά της. Θυμάμαι τις τομάτες, τι τομάτες θεέ μου, μίνι σε μέγεθος τεράστιες σε γεύση. Τομάτες όνομα και πράμα. Να μυρίζουν τοματίλα. Πομοντόρο τις έλεγε η γιαγιά. Να τις τρώω με φρέσκο ζυμωτό ψωμί, λάδι και ρίγανη και συνοδευτικό το λαδοτύρι που είχε κρύψει σε ένα ξύλινο κουτί στο κελάρι η γιαγιά και φρόντιζα πάντα να το ανακαλύπτω ψαχουλεύοντας και να κλέβω κομματάκια από δαύτο. Ήταν πεντανόστιμο θυμάμαι. Και μερικές φορές της έκλεβα κομματάκια τυρί που κρεμούσε στα κλαδιά της πορτοκαλιάς μέσα σε ένα τούλι, για να αποξηραθεί στον ήλιο, πριν καν το βουτήξει στο λάδι για να το κάνει λαδοτύρι. Θυμάμαι τις νερόβραστες αγκινάρες να τις τρώω με λάδι και χοντρό αλάτι και να είναι τόσο μα τόσο νόστιμες. Και τις φέτες ψωμί αλειμμένες με λάδι και ζάχαρη. Και τις τηγανητές πατάτες, τη μανέστρα, το ψάρι μπιάνκο και την παστιτσάδα της θειας της Λένης με μπόλικο πιπέρι. Την καλύτερη παστιτσάδα ever. Και τον μπακαλάρο (έτσι τον έλεγε η γιαγιά) σκορδαλιά. Και τα νερόβραστα νεροφάσουλα με φρέσκια τομάτα και κολοκυθάκια. Και φρέσκα ψάρια. Πολλά ψάρια. Η μαμά μου μου λέει ότι τρώγαμε και άλλα φαγητά, μα στο δικό μου μυαλό αυτά μου έμειναν. Ακόμη μου έρχεται η γεύση τους. Τόσο έντονες θύμησες έχω από την τοπική κουζίνα.

Θυμάμαι το σαλάμι αέρος Λευκάδος που τρώγαμε φετούλες-φετούλες στο μπακάλικο/καφενείο του παππού μου του Ναπολέων, που μετά το θάνατο του παππού έγινε το μαγαζί του θείου μου του Ανδρέα, μαζί με ψωμάκι και αλμυρό κεφαλοτύρι. Τα παγωτά, τις σοκοφρέτες και τα Derby της ΙΟΝ. Και εκείνο το σνακ με γέμιση φράουλας που δε θυμάμαι πώς το έλεγαν. Και τις big bubble. Και τη θεία μου την Ουρανία να μας κυνηγάει που ξεχνούσαμε τα ψυγεία του μαγαζιού ανοικτά κάθε μισή ώρα που βγάζαμε το μαστραπά με το νερό ηλιοκαμμένα και διψασμένα από το πολύ παιχνίδι. Και τη θεία μου να βρέχει με λάστιχο το δρόμο μπροστά από το μαγαζί, πριν αυτός στρωθεί με άσφαλτο, ώστε να μη σηκώνουν σκόνη τα διερχόμενα αυτοκίνητα. Θυμάμαι και κάποια γεροντάκια, μόνιμους θαμώνες του μαγαζιού, που τώρα δεν υπάρχουν πια.

Θυμάμαι όταν είχε πρωτοβγεί το βίντεο, να έχει πάρει ο θείος μου στο μαγαζί ένα και όταν το μαγαζί έκλεινε (περασμένες 10:00) να διοργανώνουμε ιδιωτικές προβολές με τον ξάδερφο με ό,τι ταινίες κυκλοφορούσαν τότε. Κάτι πολεμικές στο Βιετνάμ, Ράμπο, Ρόκυ μέχρι Ιντιάνα Τζόουνς. Να βλέπουμε 1-2 περιπέτειες τη φορά σε αυτό το αυτοσχέδιο σινεμά παλουκωμένοι για ώρα πολλή σε καρέκλες καφενείου τρώγοντας πατατάκια, γαριδάκια και δρακουλίνια. Θυμάμαι το πρώτο Nintento του Ναπολέων με τον Donkey Kong, που μετά πήραμε και εμείς και ακόμη υπάρχει και λειτουργεί στο δικό μου πατρικό. Να παίζουμε με τις ώρες με κίνδυνο να πάθουν αγκύλωση τα δάχτυλά μας.

Θυμάμαι να πηγαίνουμε βόλτες στις Λαουράδες, τις Ξηνομηλιές, στου Τρεμούλη και τις Λογγαριές. Τα κτήματα του παππού με τα ιδιότυπα ονόματα, γεμάτα ελαιόδεντρα ή κηπευτικά. Και να αγναντεύουμε από το λόφο των Λαουράδων τα βουνά της Ηπείρου. Θυμάμαι το Περιβόλι στην άκρη του χωριού και το Αμπέλι κάτω από το μαγαζί. Αυτά δεν είχαν άλλα ονόματα. Έτσι τα λέγαμε. Θυμάμαι το Βεριτσιώτη με τις κότες και τη γαϊδάρα (έτσι έλεγε η γιαγιά τον θηλυκό της γάϊδαρο). Και μια μέρα να της έχει φύγει η γαϊδάρα της γιαγιάς, να τρέχει σαν τρελό το ζωντανό και εμείς να την κυνηγάμε μέσα στα χωράφια με τη γιαγιά μπροστά. Δε θυμάμαι καν πώς την πιάσαμε. Έχω κενό μνήμης.

Θυμάμαι να παίζουμε κρυφτό με τον ξάδερφο μέσα στα καλαμπόκια και τα σιτηρά, αψηφώντας τα κάθε λογής ερπετά που παραμόνευαν. Όλη μέρα μέσα στα αγριόχορτα κατακαλόκαιρο με πόδια γυμνά και καταγρατσουνισμένα από τα αγκάθια, αλλά φίδι δε μας τσίμπησε ποτέ. Να είναι τόσο μεγάλα τα χόρτα του αγρού και εμείς τόσο μικρά που το κεφάλι μας δεν ξεπρόβαλε τότε, θυμάμαι. Και κόβαμε αραποσίτια και τα πηγαίναμε στη γιαγιά για ψήσιμο στη σχάρα. Θυμάμαι τη θεια τη Λόλα που είχε απλώσει ένα τεράστιο σεντόνι καταγής και έτριβε τα αραποσίτια μεταξύ τους για να βγουν τα σποράκια για να ταϊζει τις κότες. Βουνό είχε κάνει με τα τριμμένα σποράκια θυμάμαι. Θυμάμαι και την αδερφή της, τη τζία Λένη, η οποία άλλαζε τα κανάλια στην τηλεόραση με ένα μακρύ καλάμι που είχε δίπλα από το κρεβάτι της, για να μη σηκώνεται να πατήσει το κουμπί. Τηλεκοντρόλ δεν υπήρχαν τότε. Και τι δε θυμάμαι...

Θυμάμαι να σκαρφαλώνω με τον Ναπολέων στην πορτοκαλιά της πίσω αυλής και ποτέ να μην έχω πέσει. Θυμάμαι τις κωλοφωτιές που κυνηγούσαμε τα βράδια με τον Ναπολέων και τις κλείναμε σε βαζάκια με μικρές τρυπούλες για να τις κάνουμε φωτιστικά. Τις αράχνες, τα σκουλήκια, τις ακρίδες, τα τζιτζίκια και ό,τι άλλο έντομο ή σκουληκοειδές μπορούσε να βρει για να μου πετάξει μέσα από την μπλούζα για να με τρομοκρατήσει. Και το κατάφερνε. Και μιας και θυμήθηκα τα ζούδια, θυμάμαι μια φορά να μπαίνω μέσα στην κάμαρη των γονιών μου, να είναι η μαμά μου αραχτή στο κρεβάτι με την πλάτη όρθια διαβάζοντας ένα βιβλίο και ένας τεράστιος σκορπιός στο ταβάνι ακριβώς από πάνω της. Με το που τον βλέπω, μιτσό παιδί πράμα ήμουν τότε, θυμάμαι να της φωνάζω να φύγει γρήγορα και με το που φεύγει η μαμά, πέφτει ο σκορπιός πάνω στο στρώμα. Αν δεν ήμουν εκεί, θα είχε πέσει στον κόρφο της. Ήρωας ένιωθα.

Θυμάμαι τις περιπατητικές μας αναζητήσεις σε λόγγους και ραχούλες. Θυμάμαι να έχουμε χωθεί μέσα στη σούδα παρέα με τα βατράχια και τις σαύρες. Τα βατράχια που παγιδεύαμε όταν ακόμη ήταν μαύρα με ουρά. Γυρίνοι λέγονται; Ε αυτό. Θυμάμαι με τον ξάδερφο να χτίζουμε καλύβες με τσιμεντόλιθους, καλάμια και φτέρες και να βάζουμε φωτιά και να μαγειρεύουμε στα καζάνια της γιαγιάς αγριόχορτα για να φάμε (και καλά...) και να ταϊσουμε και τα "παιδιά" μας. Απορώ πώς δεν δηλητηριάσαμε τα αδέρφια μας και την ξαδέρφη μας τη Σπυριδούλα με τα καμώματά μας. Θυμάμαι να φτιάχνουμε σφεντόνες για να κυνηγήσουμε πουλιά. Λαξεύαμε το ξύλο με μαχαίρι, βάζαμε και ένα λάστιχο, γεμίζαμε τις τσέπες μας με πέτρες και πηγαίναμε για κυνήγι. Πουλιά δεν πιάναμε, αλλά απολαμβάναμε τη διαδικασία. Ενώ έχω λίγες αναμνήσεις με τα υπόλοιπα ξαδέρφια, με τον Ναπολέων έχω τις περισσότερες. Ίσως γιατί ήμασταν σύμμαχοι στην τρέλα που κουβαλούσε, ίσως γιατί ήμασταν συνομήλικοι, ίσως γιατί η τρομάρα που μου προκαλούσε με τις απόπειρες πνιγμών και όχι μόνο, έχει μείνει ανεξίτηλη μέσα μου. Δεν ξέρω...

Θυμάμαι τη γιαγιά να μπαίνει στο κελάρι με τις τεράστιες δρύινες βαρέλες για να γεμίσει τη νταμιζάνα κρασί για το μεσημεριανό και βραδινό τραπέζι. Το σπιτικό κρασί φτιαγμένο από το αμπέλι του παππού, δεν έλειπε ποτέ από το τραπέζι μας. Ούτε οι μικροσκοπικές ελίτσες.

Θυμάμαι τα πανηγύρια στην Ευαγγελίστρα τον Δεκαπενταύγουστο, τα υπαίθρια θεατρικά με το αστείρευτο Κερκυραίικο χιούμορ και τον τοπικό θίασο και το γέλιο μέχρι δακρύων. Οι Κερκυραίοι είναι άλλος κόσμος. Έχουν μία τρέλα που πολύ αγαπώ. Πιο ανέμελοι να το πω, πιο χαλαροί, πιο εύθυμοι, δεν ξέρω...Είναι και η τραγουδιστή ομιλία τους που μου φτιάχνει το κέφι όταν τους ακούω. Ομιλία την οποία μου "κολλάνε" και εμένα ώρες-ώρες όταν συνομιλώ μαζί τους.

Θυμάμαι τη μάγια, τη βέστα, τη στια, τον πριόβολο, το σκουτί, το βρακί, το βρακοζώνι, το κανάτι, το κανατσούρι, την καμπούλα, το μπουτσούνι, το σφαλάγκι, το αγγειό, το άμε, το έτο, το ροκέτο, το βουρλισμένος, το χυμονικό, το καναλέτο, την κάνιστρα, το μαστέλο, το καρατέλλο, το ψωμώνω, τη λάτα, την κάψα, το μιτσά, το κρένω, τη μπόλια,  την αγκωνιά,  τη μπουκαλίνα, το πομοντόρο, το ροβολώ, τη χαψιά, τα σκαλτσιούνια, τη σούδα, την τρίτσα, την τραβέρσα, το τσοπαίνω, τη φανέστρα, τον τζίο, τη τζία, το φροκάλι, την κεντρωμάδα, το απίκουπα, το ωρή, το χολεύομαι...Αυτές μόνο θυμάμαι από τις αναρίθμητες λέξεις της τοπικής διαλέκτου που χρησιμοποιούσε κατά κόρον η γιαγιά κάποιες από τις οποίες είχα υιοθετήσει στο λεξιλόγιό μου και από όταν έφυγε η γιαγιά για πάντα, άρχισα να ξεχνάω σιγά-σιγά. Τη γιαγιά μου που μας έβλεπε τις ξαδέρφες και την αδερφή μου με το μαγιό και τα σορτσάκια έτοιμες για παραλία και μας έκραζε πώς κυκλοφορούμε έτσι, ολοκληρώνοντας πάντα την παρατήρησή της με σχόλιο του τύπου "οι πατεράδες σας φταίνε που σας αφήνουν να κυκλοφορείτε ξεβράκωτες. Βάλτε κανένα σκουτί πάνω σας". Το θυμάμαι και χαμογελάω νοσταλγικά.

Τις πιτοπούλες, των Φώτων. Γιατί και όλα τα Πάσχα της μη ενήλικης ζωής μου, εκεί τα ζούσα. Στο νησί. Τα κάλαντα του Λαζάρου. Τα χάρτινα φαναράκια στον Επιτάφιο. Την αναγκαστική (για εμάς τα παιδιά) μεσημεριανή σιέστα το Μ.Σάββατο. Την αναγκαστική (για εμάς τα παιδιά) μεσημεριανή σιέστα τα καλοκαιρινά μεσημέρια. Τα ατελείωτα καλοκαιρινά τεύχη των περιοδικών που ξεφύλλιζα προσπαθώντας να αποφύγω τον ύπνο, κάνοντας όνειρα για το μέλλον.

Θυμάμαι τη γιαγιά να κουβαλάει τυλιγμένα στην ποδιά της χυμονικά και πεπονέλια και να τα σφάζει με το μαχαίρι. Το βραδινό σινεμά στην ταβέρνα του χωριού. Πηγαίναμε το σκαμπουδάκι μας από το σπίτι μας και στο διάλειμμα περνούσε ο Ευτύχης, έτσι τον έλεγαν θυμάμαι τον άνθρωπο που έφερνε την ταινία με ένα τρίκυκλο, και μάζευε τα φραγκοδίφραγκα. Κάποια παιδιά, θυμάμαι, την κοπανούσαν μαζικά όταν έπεφτε διάλειμμα και επέστρεφαν μόλις αυτό τελείωνε, για να μη πληρώσουν το εισιτήριο. Μια φορά, θυμάμαι, το κάναμε και εμείς για να ζήσουμε λίγο την αδρεναλίνη στο αίμα μας. Και τις ταινίες που θυμάμαι να έφερνε ήταν ή με καράτε ή με τον Κόμη Δράκουλα. Πλέον εκπαιδευτικές και κατάλληλες για την ηλικία μας.

Θυμάμαι τη θεία μου την Μπίκη, βαφτισμένη ως Αντιγόνη (όνομα που παραλίγο να μου έδιναν εμένα), ανύπαντρη αδερφή του παππού που έμενε μόνιμα στο πατρικό, μορφωμένη και διαβαστερή με το πορταίτο της Μαρίας Αντουανέτας κρεμασμένο έξω από την κάμαρή της σε μία λευκή με λίγο πράσινο της μέντας σκαλιστή κορνίζα  και τον Ελευθέριο Βενιζέλο στον τοίχο της τραπεζαρίας μαζί με τα πορταίτα του παππού και της προγιαγιάς μου. Και λίγο πιο πέρα, κορνιζαρισμένες φωτογραφίες με τις Βερσαλλίες και το Λούβρο. Και δίπλα στο προσκεφάλι της τα Άρλεκιν σε στοίβες. Ακόμη και 80χρονών, Άρλεκιν διάβαζε. Ακόμη και όταν ούσα φοιτήτρια πήγαινα στο νησί, με ρωτούσε θυμάμαι αν γνώρισα "κάποιον όμορφο νεαρό". Πέθαινε για love stories. Και την ξύλινη σκαλιστή κασέλα της μονίμως κλεισμένη με λουκέτο που όταν τη ρωτούσαμε τι έχει εκεί μέσα, καθώς αποτελούσε μόνιμο μυστήριο το περιεχόμενό της, μας έλεγε: "θα μάθετε όταν πεθάνω". Και όταν έλειπε από το δωμάτιο ψάχναμε θυμάμαι με την ξαδέρφη μου το κλειδί για να την ξεκλειδώσουμε και να βρούμε τον κρυμμένο θησαυρό και κλειδί δε βρίσκαμε. Και τη ραπτομηχανή της, τη Sieger τη vintage, μονίμως σκεπαστή. Θυμάμαι που στην ντουλάπα της υπήρχε μονίμως η στολή Αξιωματικού του πατέρα μου, από όταν υπηρετούσε στον στρατό. Τον θαύμαζε πολύ τον πατέρα μου. Και τον αγαπούσε. Αισθάνομαι ότι σαν να του είχε μία κάποια αδυναμία, μάλλον λόγω σπουδών. Ήταν το ανίψι της ο καθηγητής. Μεγάλο πράγμα να είσαι μορφωμένος με πτυχίο για τη θειά μου την Αντιγόνη. Το διαλαλούσε παντού. Θυμάμαι να μου εξιστορεί τη Γαλλική Επανάσταση. Και τί δεν ήξερε... Αυτοδίδακτη και τρομερά διαβαστερή. Εκτός από Άρλεκιν, διάβαζε και ιστορία. Ελληνική ιστορία, Γαλλική ιστορία και Ιστορία της Κέρκυρας ειδικότερα.

Θυμάμαι τον κομό της γιαγιάς, με τα ροκέτα και τις ποδιές. Γιατί, μέχρι που πέθαναν και η γιαγιά και η θεια μου η Μπίκη, φορούσαν τις κλασικές παραδοσιακές Κερκυραϊκές φορεσιές που φορούσαν όλες οι γριές γυναίκες τότε και τις οποίες έραβαν σε μοδίστρες με υφάσματα πολύ συγκεκριμένα. Πάνω πουκαμίσα, κάτω ροκέτο - μια πολύ φαρδιά και μακριά φούστα, μπροστά ποδιά και πάνω στο κεφάλι μία τυλιγμένη ποδιά αντί για μαντίλι. Τα δε μαλλιά τους ήταν μακριά, πλεγμένα σε πλεξούδες δεξιά και αριστερά τις οποίες στη συνέχεια τύλιγαν σε στεφάνι γύρω-γύρω από το κεφάλι.

Θυμάμαι το vintage σερβίτσιο του τσαγιού μόνιμα τοποθετημένο στην βιτρίνα, το οποίο σερβίτσιο δε θυμάμαι να είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Τουλάχιστον όσο εγώ θυμάμαι. Θυμάμαι για χρόνια πολλά, να πίνουμε νερό από το υδραγωγείο του χωριού, νερό που μεταφέρανε στο σπίτι οι γιαγιάδες με λάτες (τενεκέδες) πάνω στο κεφάλι τους.

Θυμάμαι τον Άγιο. Ένας είναι ο Άγιος στο νησί. Τη βάφτιση του αδερφού μου του Σπύρου στον Άγιο. Τα περπατήμαστα στα καντούνια και το Λιστόν. Τα μαγαζιά με τα τουριστικά. Την Παλιοκαστρίτσα και το Παντικονήσι. Το Κανόνι, τη Γαρίτσα, το Αχίλλειο και το Σιδάρι. Το παλαιό Φρούριο και το Μποσκέτο. Τη Σπιανιάδα. Το παλιό λιμάνι. Τη θέα της Κέρκυρας κάθε φορά που πλησιάζαμε με πλοίο το νησί. Θυμάμαι την επίγευση μιας κάποιας αριστοκρατίας που μου άφηνε κάθε βόλτα στην παλιά Πόλη. Μία είναι ΄'Η Πόλη' στο νησί. Όπως και ένας είναι ο Άγιος.

Θυμάμαι ούσα λίγο μεγαλύτερη, στην εφηβεία, τον Sandro (που τον θυμήθηκα τώρα αυτόν...), έναν Ισπανό φιλοξενούμενο ενός παιδιού, που έφαγε φλασάκι μαζί μου και ερχόταν κάτω από την κάμαρή μου περασμένα μεσάνυχτα κάνοντας καντάδα σε σπαστά ελληνικά. Και βγήκε ένα βράδυ η γιαγιά μου στο παράθυρο με έναν κουβά νερό. Ήμουν γύρω στα 15 τότε θυμάμαι. Και μου είπε η γιαγιά ότι θα το μαρτυρήσει του πατέρα μου, ο οποίος εκείνες τις μέρες δεν ήταν εκεί. Λες και εγώ έφταιγα που ο Ισπανός δάγκωσε τη λαμαρίνα με τη μούρη και το ταμπεραμέντο μου.

Θυμάμαι πάρα πολλά. Πάρα πολλά. Άπειρες αναμνήσεις που θα μπορούσαν να γεμίσουν σελίδες πολλές. Σταματώ όμως εδώ γιατί οι συνειρμοί και οι αναμνήσεις που αυτοί φέρουν, δεν έχουν τελειωμό. Όλα τα παιδικά μου και τα εφηβικά μου καλοκαίρια είναι εκεί, χαραγμένα στο μυαλό μου. Για πάντα.

Αυτή είναι η Κέρκυρα. Η Κέρκυρα που θυμάμαι, αγάπησα και αγαπώ. Αναμνήσεις που ανακαλώ με μεγάλη ευκολία. Ατελείωτες αναμνήσεις. Άνθρωποι αγαπημένοι. Μέρη. Στιγμές. Στιγμές που δε γυρίζουν πίσω. Στιγμές που δε θα ξαναζήσω. Το ξέρω, αλλά προσπαθώ να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι τα χρόνια πίσω δε γυρνούν, ότι μεγαλώνουμε, ότι κόσμος φεύγει. Ξέρω ότι κάποιους αγαπημένους δε θα τους ξαναδώ ποτέ. Όπως τον θείο μου. Το αγαπημένο θείο μου Ανδρέα. Τον θείο με το φρίσμπι και τους αχινούς. Τον  θείο που πήγα εντελώς αναπάντεχα να αποχαιρετήσω πριν λίγες μέρες.

Αυτές τις 6 μέρες που κάθισα στο νησί, ένιωσα μια βαθιά θλίψη και μια βαθύτατη μελαγχολία. Είχα την ανάγκη να έρθω σε επαφή με το παρελθόν μου. Συναισθηματικά. Να ταξιδέψω στο χρόνο. Στα μέρη που έζησα σαν παιδί. Και πήγα να αναζητήσω τα χνάρια του παρελθόντος. Στα κτήματα του παππού, στην παραλία μου, στην αυλή του πατρικού του μπαμπά, σε κάθε κάμαρη του σπιτιού και κάθε γωνιά, στην παλιά κασέλα, στο κελάρι που τώρα έχει γίνει πια αποθήκη, στο μποστάνι της γιαγιάς, στον Άγιο, στην παλιά Πόλη. Ήρθα σε επαφή με το 'τότε'. Με τις ρίζες μου. Είχα ανάγκη αυτή την εσωτερική αναζήτηση. Ίσως περισσότερο τώρα από κάθε άλλη φορά που επισκέφτηκα το νησί, αισθάνθηκα ότι οι αγαπημένοι μου άνθρωποι που φεύγουν για πάντα, παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι από την παιδική ψυχή μου. Αυτή τη φορά όμως, το κενό που άφησαν όλα αυτά τα κομμάτια που λείπουν, είναι τεράστιο. Έτσι νιώθω. Κάθε εικόνα που αντίκριζα μπροστά μου και μια ανάμνηση. Κάθε γωνιά του σπιτιού μου θύμιζε στιγμές. Εικόνες από το παρελθόν.

Σφραγίζω βαθιά μέσα μου, τη φράση του πατέρα μου που ξεστόμισε με τρεμάμενη φωνή, σε μία πολύ δύσκολη στιγμή που έζησα αυτές τις μέρες: "Αυτή είναι η ζωή. Τίποτα δεν είμαστε".


Σημ. Λίγες φωτογραφίες από τη δική μου Κέρκυρα. Λίγες που επέλεξα να μοιραστώ. Τις υπόλοιπες τις κρατώ για εμένα.

















Η παραλία μου












Η πηγή στην κουφάλα

Ελαιόδεντρα φυτεμένα από τον προπάππου μου

Στο βάθος ηπειρώτικα βουνά



Το χωριό από τις Λαουράδες


Μπίζι (=αρακάς) στο μποστάνι της γιαγιάς



Άγιος Γεώργιος, η εκκλησία που βαφτίστηκα










Άγιος Σπυρίδωνας. Η εκκλησία που βαφτίστηκε η Δάειρα.


Ποντικονήσι

Αυτό το πορτραίτο της προγιαγιάς μου, το θυμάμαι στην ίδια θέση στο σαλόνι του πατρικού από όταν θυμάμαι τον εαυτό μου.
Φεύγοντας από το νησί



Φτάνοντας στην Αθήνα

18 σχόλια :

  1. Αχ βρε Ασπασια μου τι μου θυμισες....Πολλά απο αυτα που ανεφερες ειναι κομμάτι και των δικών μου παιδικών καλοκαιριών, στο εχω πει ήδη. Λίγο πιο πέρα απο εσενα, στο ιδιο νησι, ακούγοντας τις ιδιες λέξεις, κάνοντας μπάνιο στις πιο κάτω παραλίες... πολύ συγκινήθηκα.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Τι χρώαματα!!!
    τι φως!!!!!!
    τι ομορφιά!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Ασπασία, καταρχήν συλλυπητήρια για το θείο σου... Μπορώ να πω ότι ταυτίστηκα με το άρθρο σου. Όχι τόσο γιατί όλα αυτά που περιγράφεις τα έχω ζήσει κι εγώ ακριβώς έτσι σε ένα νησί παρακάτω (Λευκάδα), αλλά γιατί νιώθω ότι αποχαιρετώντας αυτούς της προηγούμενης γεννιάς που φεύγουν σιγα σιγά, αποχαιρετούμε την ανέμελη παιδική μας ηλικία... Άραγε τα παιδιά μας θα αποκτήσουν τέτοιες ανέμελες αναμνήσεις;;;
    Πολύ συγκινητικό το άρθρο σου Ασπασία!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Ασπασία μου αν και δυστυχώς πήγες στο αγαπημένο σου νησί για έναν στενάχωρο λόγο (συλλυπητήρια) έχω να πω ότι οι αναμνήσεις που κατέγραψες είναι θησαυρός για σένα και τα παιδιά σου! Γιατί μπορεί για εμάς να διαβάστηκαν και ίσως μετά από λίγο να ξεχαστούν αλλά για σένα είναι κομμάτι από την ψυχή σου και είμαι σίγουρη ότι κάτι παρόμοιο ίσως θα επιθυμούσες να έχουν στην καρδιά τους και τα παιδιά σου! Αν και δεν ξέρω αν αυτή η αθωώτητα όσων έγραψες θα μπορούσες να επαναληθφέι στις μέρες μας! Ζωή σε εσάς και YOLO... έτσι για να κλείσουμε και λίγο αισιόδοξα! Κάλη

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  5. Καταρχήν το.. γλυκάκι με τη ροζ γέμιση λεγόταν Kiss;)
    Χμμμ..πολύ ..ζάχαρη και ..junk food (πατατάκια, γαριδάκια, αναψυκτικά) έχουν και οι δικές μου αναμνήσεις από τα παιδικά χρόνια αλλά τώρα που έχω παιδάκι , φρικάρω στη σκέψη ότι θα τρώει όλα αυτά! :)
    Στην αρχή μου έκανε εντύπωση που σου έμειναν τόσο τα φαγητά που έτρωγες μικρή αλλά ναι, αυτά τα μαμαδίστικα φαγητά είναι που μας μένουν και οι μυρωδιές τους... ειδικά οι μυρωδιές ενός ψημένου φαγητού μπορούν με μιας να σε μεταφέρουν χρόνια πίσω...
    Έκανα εικόνα όλα αυτά τα παιχνίδια που περιγράφεις με τα παιδιά/ξαδέρφια κλπ, μερικά τα έχω και γω ως αναμνήσεις ή κάτι αντίστοιχο, και σκεφτόμουν αν θα μπορέσει να τα ζήσει αυτά και η μικρή μου.. δύσκολο.. τα "χωριά" κάπου έχουν εκλείψει, εμένα οι γονείς μου μένουν σε πόλη, προάστιο μεν αλλά πόλη... πού θα αφήσουν τη μικρή να ..αλωνίζει? κρίμα είναι.. μακάρι να μπορέσω να της προσφέρω έστω και κάποιες μέρες τέτοιες εμπειρίες..
    Είναι ωραίες οι αναμνήσεις.. δεν πρέπει να σε μελαγχολούν.. αλλά να σκέφτεσαι ότι είναι ωραίο που τις έζησες και.. πάμε γι'άλλα.. τώρα για τη... ματαιότητα και το σύντομο της ύπαρξης μας σ'αυτή τη γή.. ας το αφήσουμε για το χειμώνα....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  6. Ασπασία, με συγκίνησες. Όλες αυτές τις αναμνήσεις καλά έκανες και τις κατέγραψες για να τις διαβάσουν αύριο μεθαύριο οι κόρες σου. Λυπάμαι πολύ για το θείο σου, να ζήσετε να τον θυμόσαστε. Μεγαλώνουμε, χάνουμε αγαπημένους ανθρώπους και μαζί τους πολύτιμες στιγμές. Οι αναμνήσεις τους όμως θα μας συντοφεύουν μια ζωή και αυτό είναι το σημαντικό.
    Οι φωτογραφίες σου αν και τραβήχτηκαν με τη μελαγχολική διάθεση που είχες τις μέρες που ήσουν εκεί, είναι γεμάτες φως και αισιοδοξία. Εμένα αυτό μου βγάζουν. Και επίσης μία απίστευτη φυσική ομορφιά. Σε φιλώ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  7. Αγαπώ Κέρκυρα. Το θεωρώ το πιο αρχοντικό νησί του Ιονίου με απίστευτες ομορφιές από βορά έως νότο και μία γραφική πολύ όμορφη πόλη με πολύ έντονο το ενετικό στοιχείο. Δείγμα Βενετζιάνικης αρχιτεκτονικής.
    Συγκινητικό το σημερινό post σου Ασπασάκι. Μίλησες στην ψυχή μου και μου θύμισες τα δικά μου παιδικά χρόνια που αν και δεν τα πέρασα στο δικό σου νησί, είναι πανομοιότυπα σε εμπειρίες και ανεμελιά. Μακάρι τα παιδιά μας να έχουν αντίστοιχες αναμνήσεις από τα δικά τους παιδικά χρόνια, αλλά με τον σημερινό τρόπο ζωής δεν το βλέπω.
    Καλό Παράδεισο στον θείο σου. Να τον έχεις πάντα στην καρδιά σου.
    Σε εκτιμώ αφάνταστα να το ξέρεις. Καλό καλοκαίρι να έχετε.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  8. Τί όμορφα παιδικά χρόνια που πέρασες. Θυμήθηκα τα δικά μου (όχι Κερκυραϊκά βεβαίως, αλλά έτσι όμορφα) διαβάζοντας σε και συγκινήθηκα. Το νιώθω και εγώ αυτό όπως ακριβώς το περιγράφεις. Κάθε άνθρωπος από τους παλιούς που "φεύγει" για το μεγάλο ταξίδι, σημαίνει ένας λιγότερο άνθρωπος που με λέει "παιδί μου", που με βλέπει για το μικρό του και θυμάται γελώντας τις ζούρλιες που έκανα ως πιτσιρίκι. Πονάει αυτό (το τέλος της ανεμελιάς), αλλά δημιουργεί και πιο έντονη την μνήμη της "καλής αντάμωσης". Καλή αντάμωση να έχετε...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  9. Ασπασάκι μου, δεν ήξερα ότι είσαι μισή Κερκυραία. Έτσι εξηγείται η "τρέλα" σου με την καλή έννοια πάντα και το ταμπεραμέντο σου! :) Διαβάζοντας αυτό το ταξίδι σου στα παλιά, πήγα κι εγώ μέχρι την Κέρκυρα, όχι των παιδικών μου χρόνων, αλλά της πενθήμερης! Αν εγώ την αγάπησα μέσα σε 5 μέρες, φαντάζομαι, εσύ τη λάτρεψες, που έζησες εκεί τόσα καλοκαίρια και διακοπές του Πάσχα! Εκπληκτική η δύναμη των αναμνήσεων! Σαν κινηματογραφική ταινία μάς γυρίζουν πίσω μεμιάς. Όσα χρόνια κι αν περάσουν, θα θυμάμαι κι εγώ τα ατέλειωτα παιχνίδια με τα ξαδέρφια και τα γειτονόπουλα μέχρι αργά το βράδυ, τα χωράφια με τα σιτάρια που τρέχαμε μικροί με κοντά σορτσάκια και σαγιονάρες και δεν πάθαμε το παραμικρό -και τώρα τρέμω στη σκέψη και μόνο να μπω μέσα σε χωράφι με γυμνά πόδια-, τα φαγητά και άλλα πολλά! Καλό παράδεισο στον θείο σου και να τον θυμάστε με αγάπη! Φιλιά!





    ΑπάντησηΔιαγραφή
  10. Βρε Ασπασία, τι χείμαρρος.... Μου λείπουν αυτές οι αναρτήσεις σου- οθ συναισθηματικα φορτισμένες, είτε χαρούμενα, είτε όχι... Λυπάμαι βαθιά για την απώλεια σου, όταν μίλησες για το κενό που αφήνουν πίσω τους οι άνθρωποι που φεύγουν και ας προχωράει έτσι αμείλικτα η ζωή και το ξέρουμε, με άγγιξες βαθιά γιατί και εγώ νιώθω ετσι, και εγώ φέτος βρέθηκα σε αυτή την ανασκόπηση... Υπέροχες αναμνήσεις για πάντα καταγεγραμενες, πολύτιμο φυλαχτό για τις κόρες σου... Το ότι είσαι μιση Κερκυραια εξηγεί πολλά!!! Εγω την αγαπώ την Κέρκυρα, οι γονείς μου όμως και ο Παναγιώτης, την ΛΑΤΡΕΎΟΥΝ... Οι φωτογραφίες σου όπως πάντα υπέροχες και γεμάτες συναίσθημα... Σε φιλώ γλυκά...

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  11. Ασπασια μου τα συλλυπητήρια μου κοριτσι μου. Λυπαμαι πολυ! Υπεροχο το ποστ σου με ταξιδεψες στα μερη σου που τοσο αγαπω! Με εκανες και χαμογελασα πολλες φορες. Δυναμη και υπομονη και ο πονος θα περασει αλλα δυστυχως το κενο ειναι και θα ειναι εκει για παντα. Οι αναμνησεις θα σε κανουν να ηρεμεις και να συνεχιζεις. Τα φιλια μου!!!
    Αθανασια

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  12. Ασπασία, συλληπητἠρια και από εδώ... το κείμενό σου με άγγιξε βαθιά μιας και έχασα και εγώ τον μπαμπά μου λίγο πιο νότια στη Ζάκυνθο... εκεί που έχω περάσει και εγώ τα περισσότερα καλοκαίρια της παιδικής μου ηλικίας... Να ξέρεις ότι οι δικοί μας άνθρωποι μένουν πάντα μέσα μας, στις αναμνήσεις και τις σκέψεις μας... Κράτα μόνο τα καλά!! Εγώ αυτό έκανα!!! Να είστε καλά να τον θυμάστε....

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  13. Υπέροχο το κείμενό σου και πανέμορφες οι φωτογραφίες σου.Λυπάμαι μόνο που αφορμή στάθηκε η απώλεια του θείου σου.Ταυτίστηκα με την φράση σου ότι οι αγαπημένοι μας άνθρωποι που φεύγουν για πάντα, παίρνουν μαζί τους ένα κομμάτι από την παιδική ψυχή μας. Έχεις τόσο δίκιο!Τα συλλυπητήριά μου σε σένα και στην οικογένειά σου.
    Μαρίνα

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  14. Κορίτσια μου, σας ευχαριστώ πολύ! Καλημέρα :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  15. Στην άλλη γωνία της Ελλάδας, στη Ρόδο, μεγάλωνε τα ίδια πάνω κάτω (μάλλον πάνω) χρόνια ένα άλλο κορίτσι, που το κείμενο σου της έφερε στο μυαλό πολύ έντονα τη δική της παιδική ηλικία. Τα ίδια κάδρα στους τοίχους, οι γεύσεις της γιαγιάς, το ξύπνημα στις έξι όποτε μέναμε με τους παππούδες στο χωριό, τα παιχνίδια στη θάλασσα, τα πειράγματα, οι ξεχωριστοί -για τους όποιους λόγους- θείοι και θείες, τα ίδια μποστάνια -παράδεισος χρωμάτων κι αρωμάτων, η ίδια ανεμελιά. Μόνο οι λέξεις αλλάζουν!
    Απίστευτη περιγραφή της διπλής πατρίδας σου: και της Κέρκυρας και της παιδικής σου ηλικίας!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  16. Γλυκιά μου, Ασπασία.Καθώς διάβαζα όλα όσα γράφεις σχετικά με τα βιώματά σου και τις παιδικές σου αναμνήσεις από το αγαπημένο σου νησί δε σταμάτησαν τα μάτια μου να τρέχουν δάκρυα από τη συγκίνηση!
    ¨Όλα όσα γράφεις ξετύλιξαν στο νου μου άπειρες αναμνήσεις που ζήσαμε όλοι μαζί με αγαπημένα και προσφιλή πρόσωπα που δυστυχώς πολλά από αυτά έχουν φύγει από τη ζωή και η απουσία τους μας έχει αφήσει ένα δυσαναπλήρωτο κενό και μια απέραντη θλίψη!
    Περιγράφεις πάρα πολύ γλαφυρά τα παιδικά σου ενθυμήματα στο σπίτι και το χωριό του μπαμπά σου και σου δίνω πολλά εύγε για τη λεπτομέρεια και τη ζωντάνια στο λόγο. Με κατέστησες κοινωνό όλων των συμβάντων που όλα τα θυμάμαι να έγιναν όπως ακριβώς τα περιγράφεις.
    Χαίρομαι ιδιαίτερα που κατέγραψες όλες αυτές τις αναμνήσεις και θα μείνουν εδώ χαραγμένες χωρίς ποτέ να μπορέσει η λήθη να τις σβήσει .Όντως ο,τι καταγράφεται στην παιδική μνήμη μένει αναλλοίωτο από το χρόνο και επηρεάζει το συναισθηματικό μας κόσμο.Δικαιολογημένο απόλυτα , Ασπασία μου, το απέραντο κενό που ένιωσες από την απουσία των αγαπημένων μας προσώπων, αλλά δυστυχώς έτσι είναι η ζωή. Είμαστε περαστικοί. Ας κρατήσουμε όμως από αυτούς που έφυγαν όποια καλύτερη ανάμνηση έχουμε και νοερά πάντα να τους νιώθουμε δίπλα μας.

    Με πολλή πολλή αγάπη
    Η μαμά σου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Εδώ μπορείτε να σχολιάσετε...