23/4/14

Emotions/ thoughts: Το Πάσχα που (δεν) έζησα φέτος

Το (δικό μου) Πάσχα το έχω συνδυάσει με εξοχή, καθαρό αέρα (του βουνού ή της θάλασσας), πράσινο (σε όλες τις αποχρώσεις), αρνάκι στη σούβλα, τσουρέκια και κουλούρια της μαμάς (της δικής μου μαμάς), κόκκινα αυγά, πολλή βαβούρα στο σπίτι, ύπνο "με το κιλό", άφθονο κόκκινο κρασί, νηστεία για μία εβδομάδα και φυσικά εκκλησία. Όση εκκλησία δεν πήγαινα όλη τη χρονιά πήγαινα τη Μ.Εβδομάδα (δηλ. 2-4 φορές). Με λίγα λόγια, το (δικό μου) Πάσχα το έχω συνδυάσει με ό,τι ακριβώς δεν είχα φέτος. Ή μάλλον είχα κάτι. Κόκκινα αυγά. Αυτά και τίποτα άλλο από όλα τα παραπάνω.


Όλα τα Πάσχα της ζωής μου όσο ήμουν παιδί τα περνούσαμε στο νησί, στο πατρικό του μπαμπά στην Κέρκυρα. Εντάξει, είχαμε περάσει και 1-2 στο πατρικό της μαμάς, δηλαδή στο βουνό. Θυμάμαι, σαν χθες, να ταξιδεύουμε οικογενειακώς με το σομόν καντετάκι (σημ. Opel Kadett) που είχαμε τότε, μπροστά μπαμπάς και μαμά και πίσω τα δύο αδέρφια μου και εγώ, χωρίς παιδικά καθίσματα, χωρίς ζώνες ασφαλείας, πολλές φορές ξαπλωμένοι στα πίσω καθίσματα και ενίοτε όρθιοι πίσω από τα μπροστινά καθίσματα (που πας ρε Καραμήτρο;) να οδεύουμε προς Ηγουμενίτσα για να πάρουμε το πλοίο για το νησί. Και όταν φτάναμε στο λιμάνι, περιμέναμε το καράβι (την παντόφλα δηλαδή) που θα μας περνούσε απέναντι. Και μάλιστα μία φορά θυμάμαι να ταξιδεύουμε εν μέσω φοβερής και τρομερής (προσθέστε και μερικά ακόμη άσχημα υπερθετικά) τρικυμίας και η παντόφλα να ταλαντεύεται μεταξύ ουρανού και θάλασσας και κάτι σκυλιά που συνταξίδευαν μαζί μας να γαβγίζουν αναστατωμένα, κάτι γυναίκες να ουρλιάζουν και να στραυροκοπιούνται, οι σύζυγοί τους να φέρνουν -ως άλλοι αγγελιοφόροι- μηνύματα από τον καπετάνιο του τύπου "ο Άι Νικόλας να βάλει το χέρι του. Δεν ξέρω αν θα φτάσουμε απέναντι" (μεταξύ μας, απαράδεκτος ο καπετάνιος) και εγώ να τρέμω από το φόβο μου και να περνάει η ζωή μου φλας μπακ από μπροστά μου (όπως συμβαίνει στις ταινίες καταστροφής όταν ξέρεις ότι "δε θα την βγάλεις καθαρή"). Τελικά ο Άι Νικόλας έβαλε το χεράκι του και εκείνη και άλλες πολλές φορές και φτάναμε σώοι απέναντι. Και όταν φτάναμε στο χωριό (συνήθως μεσημέρι), όπου μας περίμεναν τα ξαδέρφια μου πώς και πώς, μόλις άκουγαν το αυτοκίνητο και το έβλεπαν από το παράθυρο, πεταγόταν με το σώβρακο και το φανελάκι στο δρόμο για να μας υποδεχτούν. Αυτή την εικόνα την έχω πολύ έντονα μέσα στο μυαλό μου. Να τρέχει ο ξάδερφος μπροστά και η ξαδέρφη από πίσω. Δεν ξέρω αν αυτή η αμφίεση (του σωβρακοφάνελου δηλαδή) ήταν η αμφίεση υποδοχής για κάθε άφιξή μας στο χωριό, ωστόσο είναι τόσο έντονη στη μνήμη μου που ακόμη και μόνο μία φορά να συνέβη, πλέον στο μυαλό μου έχει εδραιωθεί ως κάτι που πάντα συνέβαινε.

Και εκεί στο χωριό (δε θυμάμαι για τις άλλες μέρες, αλλά θυμάμαι ότι) την Μ. Παρασκευή τα ξαδέρφια μου, τα αδέρφια μου και εγώ, παίρναμε ανά χείρας τα χάρτινα πλισέ φαναράκια που μας είχε αγοράσει η μαμά μου (θυμάμαι κάθε χρόνο μας αγόραζε καινούρια), βάζαμε μέσα ένα μικρό κεράκι (όχι ρεσώ) το οποίο λιώναμε για να κολλήσει καλά και να μην πέσει και πηγαίναμε να ακολουθήσουμε τον Επιτάφιο. Και την επομένη, το πρωί του Μ. Σαββάτου, ερχόταν ο κυρ-σφάχτης (το όνομά του μου διαφεύγει - πάντως ήταν ο ίδιος για όλο το χωριό) και ερχόταν να σφάξει το κατσικάκι που το είχαμε να περιμένει στο πίσω μέρος της αυλής. Και εκεί, μπροστά στα αθώα παιδικά μας μάτια και τις ακόμη πιο αθώες παιδικές ψυχές μας συνέβαινε το φονικό. Ο κυρ-σφάχτης (θυμήθηκα το όνομα - Λωλής λεγόταν) να το τραβάει με τη βία από το σχοινί που ήταν περασμένο στο λαιμό του, το αρνί να βελάζει από το φόβο του, αυτός να το τραβάει μέχρι την άκρη της αυλής και αυτό να αντιστέκεται, και κάποια στιγμή το μαχαίρι να μπαίνει στο λαιμό και το -για λίγο ακόμη- ζωντανό να κλαίει σπαραχτικά μέχρι να ξεψυχήσει και το αίμα να πετάγεται σαν συντριβάνι. Σοκαριστικό σκηνικό! Και εκεί μπροστά στα αθώα παιδικά μας μάτια και τις ακόμη πιο αθώες παιδικές ψυχές μας, γινόταν και το γδάρσιμο τού (πλέον ξεψυχισμένου) ζώου, αφού πρώτα ο κυρ-σφάχτης το κρεμούσε από ένα τσιγκέλι στην πορτοκαλιά της πίσω αυλής. Οι εικόνες του φονικού έχουν στοιχειώσει για πάντα το μυαλό μου και πρώτη φορά τις αποτυπώνω γραπτώς μήπως και τις ξορκίσω. Και η απορία που έχω ακόμη και σήμερα είναι που ήταν οι μεγάλοι εκείνες τις ώρες και πώς επέτρεπαν να βιώνουμε κάτι τέτοιο...Πάντως στην εικόνα που φέρνω το μυαλό μου δεν υπάρχουν γονείς και θείοι. Μόνο ο κυρ-σφάχτης, το αρνί/ κατσίκι και εμείς τα παιδιά.


Θυμάμαι επίσης ότι η μεγάλη έγνοια των μεγάλων ήταν να μας βάλουν με το ζόρι για ύπνο το μεσημέρι (τι βασανιστήριο και αυτό Θέε μου) για να αντέξουμε μέχρι τις 12 τα μεσάνυχτα για την Ανάσταση. Και το βράδυ, θυμάμαι, έβαζα το καλό μου φόρεμα και τα καλά μου παπούτσια (δώρο πάντως όχι από τον νονό μου - αυτός ήταν άφαντος μετά τη βάπτισή μου), έπαιρνα τη λαμπάδα μου ανά χείρας (ούτε αυτή ήταν δώρο από τον -άφαντο- νονό μου), έπαιρνα στο άλλο χέρι ένα κόκκινο αυγό και ακολουθούσα τους μεγάλους και τα υπόλοιπα μικρά αδέρφια και ξαδέρφια στην εκκλησία του χωριού. Και μόλις φτάναμε στο προαύλιο, θυμάμαι έναν εκκωφαντικό θόρυβο από τα βεγγαλικά που έσκαγαν "βροχή" και εγώ να κλείνω τα αυτιά μου και τα μάτια μου από τον φόβο και να κρύβομαι πίσω από τον μπαμπά μου. Και όταν ο παπάς έλεγε το Χριστός Ανέστη, θυμάμαι, αρχίζαμε τις ευχές και τσουγκρίζαμε τα αυγά. Και όταν φτάναμε σπίτι, οι μεγάλοι έτρωγαν μαγειρίτσα και εμείς μόνο αυγά και τσουρέκια (γιατί προφανώς τα έντερα ήταν μεγάλο "μπλιαχ" για εμάς τα πιτσιρίκια) και την επομένη τρώγαμε βραστό (για να συνέλθει και καλά το στομάχι μας από τη νηστεία), ώστε τη Δευτέρα του Πάσχα (ως ναι, καλά διαβάζετε, τη Δευτέρα και όχι ανήμερα το Πάσχα) να γυρίσουμε στη σούβλα το αρνί. Και εγώ θυμάμαι να τρώω μόνο λίγες πέτσες, καθόλου ψαχνό και πολλά αυγά (5-6 την ημέρα). Αυτά θυμάμαι...


Όταν μεγάλωσα και τελείωσα το σχολείο και πέτυχα στο Πανεπιστήμιο και έγινα φοιτήτρια και δεν είχα 2 εβδομάδες διακοπές αλλά μόνο 1, το Πάσχα το περνούσα στο δικό μου πατρικό πλέον. Που δε βρίσκεται σε χωριό, ωστόσο βρίσκεται στην εξοχή. Θυμάμαι όλη την Μ.Εβδομάδα να κάνω νηστεία και από τη Μ.Τετάρτη και μετά να πηγαίνω κάθε μέρα εκκλησία με τη μαμά για να αισθανθώ έντονα το πνεύμα των ημερών. Και την Μ.Πέμπτη, θυμάμαι, με αγγάρευε η μαμά μου να τη βοηθήσω να πλάσουμε κουλουράκια και τσουρέκια και να βάψουμε αυγά. Και εγώ βαριόμουν αφάνταστα, αλλά καθόμουν να τη βοηθήσω. Και τα μεσημέρια έριχνα μία σιέστα στη σοφίτα του πατρικού μας, συνήθως αποκοιμισμένη υπό το background της τιβί να παίζει κάποια ταινία εποχής (του στυλ Σπάρτακος, Μπεν Χουρ, Ιησούς από την Ναζαρέτ και άλλες παρόμοιες του είδους). Την Μ. Παρασκευή δεν έπαιρνα πλέον χάρτινο φαναράκι (είχα μεγαλώσει πια) αλλά ένα μικρό κλασικό κεράκι από την εκλησία για να ακολουθήσω τον Επιτάφιο και το Μ. Σάββατο δε χρειαζόταν με με βάλει κάποιος για μεσημεριανή σιέστα. Την επιδίωκα μόνη μου. Το βράδυ της Ανάστασης δε, καθόμουν στην εκκλησία μέχρι να λήξει η Αναστάσιμη λειτουργία και μετά σπίτι χλαπάκιαζα την πεντανόστιμη μαγειρίτσα της μαμάς (με συνταγή της Κερκυραίας γιαγιάς) και αμέσως μετά συνήθως έβγαινα έξω με τα αδέρφια μου για κανένα ποτάκι μέχρι το ξημέρωμα, οπότε και έπεφτα ξερή στο κρεβατάκι μου για να χορτάσω ύπνο από το ξενύχτι. Αμ δε... Συνήθως το Πάσχα το πρωί με ξυπνούσαν άγρια οι δυνατές ομιλίες των δικών μου (και ενίοτε θείων) που ετοίμαζαν το κατσίκι/ αρνάκι για να το βάλουν στη σούβλα. Καημό το είχα ένα Πάσχα να ξυπνήσω μόνη μου χωρίς φασαρία...Επίσης καημό το είχα ένα Πάσχα να ετοιμάσουν το αρνί/ κατσίκι για τη σούβλα χωρίς να ακουστεί κιχ.

Μετά κάποια στιγμή γνώρισα τον Θοδωρή και πριν ακόμη παντρευτούμε, το Πάσχα το περνούσαμε μία στο πατρικό μου και μία στο δικό του πατρικό, εναλλάξ. Και μετά έγινα μάνα και τίποτα δεν άλλαξε πλην την προσθήκη της Δάειρας σε όλο το παραπάνω σκηνικό.

Και μετά έγινα μάνα ξανά, και για πρώτη φορά στα χρονικά, ούτε το φανταζόμουν ότι θα περνούσα Πάσχα στην πόλη και όχι απλά στην πόλη, αλλά στο σπίτι. Εσώκλειστη. Ούτε εξοχή, ούτε καθαρό αέρα, ούτε πράσινο, ούτε αρνάκι στη σούβλα, ούτε τσουρέκια της μαμάς, ούτε  βαβούρα στο σπίτι, ούτε ύπνο "με το κιλό", ούτε νηστεία και φυσικά καθόλου εκκλησία. Το μωρό δεν είχε σαραντίσει ακόμη και εκτός αυτού δεν ήταν και οι καταλληλότερες καιρικές συνθήκες για να το πάρω να "πεταχτούμε" έστω για λίγο οι 4 μας να ακούσουμε το "Χριστός Ανέστη" λάιβ. Έτσι κατέληξε μπαμπάς και Δάειρα να πάνε μόνοι τους και μαμά και μπέμπα να την βγάλουν θηλάζοντας στο κρεβάτι ακούγοντας τα βαρελότα να σκάνε...κάπου...μακριά.


Ανήμερα το Πάσχα, παρόλο που ήμασταν μόνο εμείς οι 4, έστρωσα το μεγάλο λευκό τραπεζομάντηλο στην μεγάλη τραπεζαρία και με τη βοήθεια της Δάειρας διακοσμήσαμε το τραπέζι με τις πασχαλινές της χειροτεχνίες που έφτιαξε στον παιδικό σταθμό και τα κόκκινα αυγά μας. Φάγαμε το ψητό κατσικάκι που είχα φτιάξει στο φούρνο με πατατούλες και -έτσι για το καλό- έκανα την παρασπονδία και ήπια ένα ποτηράκι κόκκινο κρασί και τσουγκρίσαμε και κόκκινα αυγά (η Δάειρα κέρδισε τις περισσότερες φορές βέβαια, αφού επέμενε να τα τσουργκρίζει με τον εαυτό της) και για επιδόρπιο φάγαμε τσουρέκι αγοραστό.

Αυτό το Πάσχα ήταν μακράν τόσο μα τόσο διαφορετικό από όλα τα Πάσχα της μέχρι τώρα ζωής μου, που αν δεν ήταν και τα κόκκινα αυγά και η ιδέα ότι είναι Πάσχα, φάνταζε σαν μία συνηθισμένη μέρα. Ήταν λιτό μεν αλλά από την άλλη γεμάτο αγάπη και οικογενειακή θαλπωρή. Τη δική μας μικρή οικογένεια. Χωρίς παππούδες, θείους και ξαδέρφια. Μόνοι μας οι τέσσερις. Εμείς και τα κορίτσια μας. Χωρίς πλούσιο τραπέζι και σπιτικά γλυκίσματα αλλά απλά, ΗΣΥΧΑ, όμορφα και αυθεντικά. Αυτό μπορούσαμε για φέτος, αυτό κάναμε. Άλλωστε τι άλλο ήθελα όταν περιτριγυριζόμουν από την αγάπη όλου του κόσμου και μάλιστα διπλή;

Το Άγιο Φως ας φωτίσει την καρδιά μας, ας μας φέρει γαλήνη στο νου και ας γεμίσει αγάπη την ψυχή μας ώστε να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι, καλύτεροι γονείς, καλύτεροι σύντροφοι, καλύτεροι φίλοι.
Χρόνια πολλά εύχομαι γεμάτα αγάπη και υγεία για όλον τον κόσμο! 

P.S. Θα παρατηρήσατε ότι για τις ανάγκες της νέας μου πραγματικότητας, άλλαξα το header (από My Lovable Baby σε My Lovable Baby...girls). Ωστόσο οι κόρες μου και εγώ κατοικούμε internet-ικά στο ίδιο domain όπως και πριν (www.mylovablebaby.com)

14/4/14

Ο δεκά-λογος της Δάειρας: Δεν σου το επιτρέπω!

Μία εβδομάδα μετά τις Ψηφιακές Γειτονιές και πριν το Πάσχα, δε θα γράψω ούτε για το ένα ούτε για το άλλο. Σχετικά με τις Ψηφιακές Γειτονιές, υπάρχουν καλύτεροι "ανταποκριτές" -φίλοι bloggers- από εμένα για να μεταδώσουν το κλίμα του διημέρου, αφού εγώ φέτος κατάφερα (και πάλι καλά...) να πάρω μόνο μία μικρή γεύση. Μία μικρή γεύση που όμως ήταν αρκετή για να ενθουσιαστώ για άλλη μία φορά και να απευθύνω τα συγχαρητήρια στην οργανωτική ομάδα που για δεύτερη συνεχή χρονιά κατάφερε να διοργανώσει μία άρτια -καθ' όλα της- εκδήλωση. Του χρόνου περισσότερο λοιπόν...

Τις τελευταίες μέρες δεν έχω καθόλου έμπνευση αλλά ούτε και χρόνο να γράψω. Αλλά που να την βρω την έμπνευση όταν μου λείπει ύπνος; Ο ύπνος μου είναι συνήθως 4 ώρες την ημέρα (αν είμαι τυχερή θα φτάσει μέχρι 5) και αυτές σε μικρές δόσεις. Και από την άλλη που να τον βρω το χρόνο όταν όλη μέρα "βοηθάω" την μπεμπούλα στο μαμ, κακά και νάνι της; Οπότε τι μου μένει να γράψω που δε χρειάζεται ούτε έμπνευση ούτε χρόνο; Μα φυσικά, ένας δεκά-λογος της Δάειρας :)
Κάθε μέρα που περνάει συνειδητοποιώ όλο και περισσότερο πόσα πολλά μαθαίνω από την αθωότητα, τον αυθορμητισμό και την ειλικρίνεια της κόρης μου. Και πόσο πιο απλή θα ήταν η δική μου η ζωή αν υιοθετούσα έστω για λίγο την απλότητα με την οποία αντιμετωπίζει τα πράγματα και τον αθώο τρόπο σκέψης της...



[Ειπώθηκαν μεταξύ 29,5 μηνών και 30,5 μηνών]

#1
Ήμασταν καθ' οδόν και βλέπει από το παράθυρο του αυτοκινήτου μία εκκλησία...
Δάειρα: Μαμά. Τι εκκλησία είναι αυτή; Δεν την έχω ξαναδεί. Πλέπει (=πρέπει) να είναι πολύ παλιά.

Ο Ναός του Σολομώντα ένα πράγμα...


#2
Ο μπαμπάς της, της έχει βράσει αυγό και την ώρα που της το δίνει, ως συνήθως, θέλει να εισπράξει κοπλιμέντο ότι το κάνει καλύτερα από εμένα (το βραστό αυγό).
Μπαμπάς: Δάειρα, ποιος φτιάχνει τα πιο ωραία αυγά;
Δάειρα: Η κοτούλα.

Μπαμπάς-Δάειρα: 0-1


#3
Απευθυνόμενη στη θεία της, της ζητάει κάτι.
Δάειρα: Θεία, μου επιτλέπεις να πάλω αυτό;
Θεία: Όχι. Δε σου το επιτρέπω.
Δάειρα: Έλαααα. Θέλω να μου το επιτλέπεις.

Αυτό ονομάζεται ευγενικός εξαναγκασμός.


#4
Έχουν πάει με τον μπαμπά της για φαγητό έξω. Ο μπαμπάς της, της δίνει ένα μπιφτέκι που ήταν τίγκα στο δυόσμο.
Μπαμπάς: Έλα, φάει αυτό.
Δάειρα: Μπαμπά, δεν το θέλω. Μου το γέμισες σαλάτα.

Δίκιο είχε το παιδί. Αυτά δεν ήταν μπιφτέκια με δυόσμο, αλλά δυόσμος με μπιφτέκια.


#5
Δάειρα: Μαμά, σήμερα η κυλία Χ. με έβαλε στην καλέκλα (=καρέκλα) της σκέψης. Εμένα και τη Μ. (Σημ. η Μ. είναι η κολλητή της).
Μαμά: Γιατί, κάνατε ζαβολιές πάλι;
Δάειρα: Ναι.
Μαμά: Και τι έκανες στην καρέκλα της σκέψης;
Δάειρα: Έκλαιγα.
Μαμά: Και η Μ. τι έκανε;
Δάειρα: Σκεφτόταν.

Ουδέν σχόλιο...


#6
"Βουτάει" το μωρό της (μία κούκλα) στον νεροχύτη της κουζίνας της (κουζίνα/παιχνίδι που έχει).
Μαμά: Δάειρα, τι κάνεις εκεί;
Δάειρα: Βαφτίζω το μωρό μου.
Μαμά: Και τι όνομα του δίνεις;
Δάειρα:Αλιστοτέλη (=Αριστοτέλη). 

Τον παπα-Δάειρο τον ξέρετε;


#7
Με βλέπει την ώρα που ετοιμαζόμουν να κάνω ένεση ινσουλίνης στον μηρό.
Δάειρα: Μαμά, τι κάνεις εκεί;
Μαμά: Ένεση.
Δάειρα: Γιατί κάνεις ένεση;
Μαμά: Γιατί με πονάει το ποδαράκι μου.
Δάειρα: Δεν πειράζει. Θα σου το φιλήσω.

Ένα φιλάκι (της Δάειρας) την ημέρα, το σακχαράκι (της μαμάς) το κάνει πέρα...


#8
Όταν τη βλέπει η γιαγιά της με την αποκριάτικη στολή της φούξια πεταλούδας...
Γιαγιά: Πω πω ομορφιά! Έπεσα ξερή!
Δάειρα: Και εγώ έπεσα ξελή όταν με είδα στον καθλέφτη.

Αυτός είναι ο ορισμός της μετριοφροσύνης. Από που πήρε άραγε το παιδί;
(μα από τον μπαμπά του φυσικά).


#9
Μόλις ήρθε η γιαγιά στο σπίτι (σημ. είχε να την δει κάτι μήνες), πήγα στο δωμάτιο να την ενημερώσω.
Mαμά: Ήρθε η γιαγιά. Έλα να πάμε να την χαιρετίσουμε.
Δάειρα: Μαμά, όταν δω τη γιαγιά θα πάθω πλάκα!

Ουδέν σχόλιο. 
  
#10
Δάειρα: Μαμά, η κυλία Χ. μου φώναξε σήμελα.
Μαμά: Για να σου φώναξε, κάτι θα έκανες Δάειρα. Δεν καθόσουν ήσυχη πάλι;
Δάειρα: Ναι (χαμογελάει φαρδιά). Αλλά την άλλη φολά που θα μου φωνάξει θα της πω "Δε σου το επιτλέπω!"
...και τεντώνει το δεξί χέρι μπροστά κάνοντας το σήμα του stop.


Περισσότεροι δεκά-λογοι της Δάειρας ΕΔΩ.

[Πηγή φωτογραφίας ΕΔΩ]

1/4/14

Happy moments: Καλώς ήλθατε στην κυψέλη μας!

Σάββατο 15 Μαρτίου, ώρα 6:00 τα ξημερώματα. Ξυπνάω υπό των ήχο τζιτζικιών. Είναι ο ήχος από το ξυπνητήρι του κινητού. Ευτυχώς το προηγούμενο βράδυ κατάφερα και κοιμήθηκα πέντε ώρες. Πέντε ολόκληρες ώρες! Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα. Το άγχος όλων των προηγούμενων ημερών -μην πω μηνών- δε μου επέτρεπε να ξεκουραστώ επαρκώς τα βράδια και βαθιά μέσα μου πίστευα ότι για άλλο ένα ακόμη βράδυ -ειδικά εκείνο το βράδυ της παραμονής- θα έμενα άυπνη. Η σκέψη που πιπίλιζε το μυαλό μου ήταν: "Mα πώς θα πάω να γεννήσω άυπνη; Με τι δυνάμεις;".



Όμως, εκείνο το πρωί σηκώθηκα ξεκούραστη και ήρεμη, έκανα ένα ντουζ, ντύθηκα στα γρήγορα, φίλησα την Δάειρα που κοιμόταν ακόμη, πήρα την φούξια βαλίτσα μου και με τη συνοδεία του Θοδωρή πήγα στο μαιευτήριο. Αρχικά σκέφτηκα να οδηγήσω μόνη μου το αυτοκίνητο, αλλά τελικά αποφάσισα να απολαύσω τα τελευταία λεπτά της φουσκωμένης κοιλίτσας μου...on board, όσο πιο χαλαρά γίνεται.

12/3/14

Emotions/thoughts: Αντίστροφη μέτρηση...

Τώρα που η δεύτερη εγκυμοσύνη μου πλησιάζει στο τέλος της (δύο μέρες μου έμειναν ακόμα) έχω ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία ο ενθουσιασμός που θα φέρω στον κόσμο την μπεμπούλα μου...που θα αντικρίσω επιτέλους το προσωπάκι της (το οποίο με δυσκολία προσπαθούσα να διαγράψω μέσα από τους 4D υπέρηχους)...που θα τη σφίξω (εντάξει...μαλακά θα το κάνω) στην αγκαλιά μου και θα αισθανθώ τη μυρωδιά της. Από την άλλη ο φόβος και η αγωνία για τις ώρες του τοκετού που όσο και να σου λένε να χαλαρώσεις, όσο και να σου λένε ότι δεν είσαι πρωτάρα αφού το έχεις ξαναβιώσει, κακά τα ψέματα αλλά δεν μπορείς να είσαι κουλ.


Παράλληλα, μου περνούν διάφορες σκέψεις από το μυαλό, ανεπαίσθητα συγκρίνω το τότε με το τώρα και διαπιστώνω πόσο διαφορετικές μπορεί να είναι δύο εγκυμοσύνες για την ίδια γυναίκα που τις βιώνει αλλά και πόσο διαφορετικές μπορεί να είμαστε εμείς οι ίδιες σε κάθε εγκυμοσύνη μας. Διαφορές που εντοπίζονται σε διαφορετικούς τομείς: σωματικό, ψυχολογικό, συναισθηματικό...

Αν μιλήσω για μένα, θα πω ότι το ΤΟΤΕ και το ΤΩΡΑ ταυτίζονται μόνο στην αρχή και στο τέλος. Όλο το ενδιάμεσο ήταν τόσο...μα τόσο διαφορετικό...

ΤΟΤΕ και ΤΩΡΑ, από την πρώτη στιγμή που άρχισε η εγκυμοσύνη και έπιασα στα χέρια μου το θετικό τεστ, βούρκωσα από συγκίνηση και από αυτό το απαράμιλλο αίσθημα ευτυχίας που είναι τόσο μοναδικό...

ΤΟΤΕ και ΤΩΡΑ, που τελειώνει η εγκυμοσύνη, είχα και έχω την ίδια ακατάσχετη επιθυμία να βιώσω την υπέροχη εμπειρία του φυσιολογικού τοκετού και να πιάσω στην αγκαλιά μου το μωράκι μου...

Όμως...

7/3/14

Emotions/thoughts: Η ώρα της Μαμάς...η δική μου ώρα


Από τη στιγμή που έγινα μαμά πλέω σε πελάγη ευτυχίας... αλλά και κολυμπώ στα βαθιά. Πετάω στους επτά ουρανούς... αλλά και στα σύννεφα. Βρήκα τον εαυτό μου... αλλά έχω χάσει τον ύπνο μου. Ηρέμησα... αλλά και τρέχω με 1000.

Με λίγα λόγια, είμαι μία μαμά που πετάει, κολυμπάει και τρέχει όλη μέρα (όπως όλες οι κοινές θνητές μαμάδες που προσπαθούν τα τα βγάλουν πέρα μόνες τους και δεν έχουν το στόλο των νταντάδων να τις υπηρετεί). Τώρα που διανύω τη 2η εγκυμοσύνη μου, οι ρυθμοί έχουν αυξηθεί κατά πολύ καθώς οι απαιτήσεις μεγάλωσαν. Ο ποιοτικός χρόνος που θέλω -και οφείλω- να αφιερώσω σε ένα παιδί που διανύει τα terrible twos (όσες δεν είστε ακόμη μαμάδες ή είστε αλλά δεν έχετε βιώσει ακόμη αυτή τη φάση, πιστέψτε με, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο) σε συνδυασμό με την έλλειψη ευελιξίας και φυσικών αντοχών που προκαλεί η φουσκωμένη κοιλίτσα μου και το καθημερινό ξενύχτι, δεν μου αφήνει και πολλά περιθώρια να χαλαρώσω. Το μόνο που με κάνει να αισθάνομαι όμορφα είναι η θέα της μικρής μου κόρης και η αναμονή της μπέμπας που έχω στην κοιλιά μου :)

via http://www.cute-wallpaper.com/preview.asp?id=3084


Καθημερινά προσπαθώ να ισορροπήσω μεταξύ εργασιακών, οικογενειακών και κοινωνικών υποχρεώσεων, μεταξύ φροντίδας και αφοσίωσης στο παιδί μου και στο σύζυγό μου. Προσπαθώ να είμαι μία καλή επαγγελματίας, μάνα, σύζυγος, φίλη ενώ έχω βάλει σε δεύτερη μοίρα το ρόλο μου ως άνθρωπος που έχει κάποιες φυσικές ανάγκες (ύπνο και ξεκούραση) αλλά και το ρόλο μου ως γυναίκα που έχει ανάγκη περιποίησης.